Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015
«Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν…»
«Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν
κατά πάντα και δια πάντα»
Δεν
έχουμε τίποτα δικό μας για να προσφέρουμε σ’ αυτόν που τα έχει όλα. Η
φύση και οι καρποί της, το σύμπαν ολόκληρο και η ύπαρξή μας είναι δικά
Του.
Εμείς
πήραμε το σιτάρι και το σταφύλι, το κάναμε ψωμί και κρασί και τα
προσφέραμε στον Κύριο και Θεό μας. Από Εκείνον για Εκείνο, τα δικά Του
από τα δικά Του.
Τα
προσφέρουμε για να μας τα αντι-προσφέρει ως σώμα και αίμα Του. Δίνουμε
και παίρνουμε, μας δίνει και παίρνει. Μια σχέση προσφοράς, που
εξελίσσεται, αναπτύσσεται, μεταμορφώνεται.
Μας
δίνει τη δυνατότητα της καρποφορίας, του δίνουμε το ψωμί και το κρασί.
Μας τα επιστρέφει σώμα και αίμα Του. Του δίνουμε τον εαυτό μας, άτσαλο
και ακατάστατο, για να τον μεταμορφώσει σε σώμα άγιο δικό Του – Εκκλησία
πρωτοτόκων, εκλεκτών, αγίων.
Όλα
είναι εδώ, πάνω στην αγία Τράπεζα, έτοιμα για τη μετουσίωση. Όλος ο
κόσμος ετοιμάζεται για την κάθοδο του Πνεύματος. Κι εμείς απλά
προχωρούμε, για να Του προσφέρουμε τα δικά Του «κατά πάντα και διά
πάντα».
«Λάβετε, φάγετε…» «Πίετε εξ αυτού πάντες…»

«Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστι το Σώμα
Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτό εστί το Αίμα μου»
Ο Κύριος είπε ότι «κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από κείνον που θυσιάζει τη ζωή του για χάρη των φίλων του»(Ιω.15,13)
Κι εμείς είμαστε οι φίλοι του (Ιων.15, 14-5), οι αγαπημένοι του, που «δεν αντέχει να ζει χωρίς εμάς» (Ευδοκίμωφ).
Ευρισκόμενοι
μέσα στην τραγικότητα του θανάτου κάθε μορφής, έρχεται Εκείνος μέχρις
εμάς, θυσιάζοντας τον εαυτό του και μας ανεβάζει στη ζωή.
«Ελάτε,
πάρτε, φάτε, πιέτε, » το Σώμα και το Αίμα μου, εμένα τον ίδιο. Σας
καλώ, το θέλω, γι’ αυτό υπάρχω. Για σας φίλοι μου, για σας αγαπημένοι
μου.»
Δεν πρόκειται για οίκτο, ούτε για ελεημοσύνη. Είναι έκφραση πάθους μεγάλης αγάπης, άνευ ορίων και υπολογισμών.
Αν νιώθαμε τούτη την αγάπη! Αν συλλαμβάναμε τη θεϊκή συγκατάβαση!
Θαρρώ πως το παράπονο του Κυρίου είναι η αδιαφορία που δείχνουμε σ’ αυτή την αγάπη, σ’ αυτό το μεγαλειώδες Του δόσιμο.
Κι όμως ο ίδιος εξακολουθεί να προσφέρεται, να προσμένει, να πορεύεται προς εμάς.
Αναμένοντας την ώρα της ανάνηψής μας.
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015
ΕΦΕΤ: Τα σωστά κριτήρια για την αγορά των σαρακοστιανών
Ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ), με αφορμή τις ημέρες της
Σαρακοστής, δίνει χρήσιμες συμβουλές στους καταναλωτές, ώστε να
επιλέξουν με σωστά κριτήρια τα σαρακοστιανά τρόφιμα και να μην θέσουν σε
κίνδυνο την υγεία τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΕΦΕΤ ανακοίνωσε ότι
εντατικοποιεί τους ελέγχους στην αγορά των τροφίμων κατά την περίοδο της
Σαρακοστής, με κύριο γνώμονα τη διασφάλιση της υγείας των καταναλωτών,
αλλά και τη διασφάλιση των συμφερόντων τους από πρακτικές υπονόμευσης.
«Κατά την περίοδο της Σαρακοστής, οι παραδοσιακές διατροφικές συνήθειες
μας οδηγούν συνήθως στην αγορά και κατανάλωση συγκεκριμένων τροφίμων. Η
σωστή επιλογή τους, η μεταφορά στο σπίτι των τροφίμων που χρειάζονται
ψυγείο, όσο το δυνατόν συντομότερα, αλλά και η προσεκτική χρήση τους στο
σπίτι (π.χ. συντήρηση στην κατάλληλη θερμοκρασία, σχολαστικό μαγείρεμα)
είναι απαραίτητα, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλεονεκτημάτων της
ελληνικής διατροφής, αλλά και για την αποφυγή αρνητικών επιπτώσεων στην
υγεία», επισημαίνει ο ΕΦΕΤ. Ακολουθούν ορισμένες χρήσιμες πληροφορίες για την επιλογή τροφίμων που καταναλώνονται την περίοδο αυτή:
Κεφαλόποδα (π.χ. χταπόδια, καλαμάρια, σουπιές, θράψαλα)
Υπάρχουν στην αγορά είτε ως νωπά είτε ως κατεψυγμένα είτε ως αποψυγμένα.
Τα αποψυγμένα αλιεύματα που διατίθενται στην αγορά, μπορούν να παράγονται μόνο εντός εγκεκριμένων εγκαταστάσεων, δηλαδή απαγορεύεται η απόψυξη των αλιευμάτων στο λιανεμπόριο και κατά την πώλησή τους πρέπει υποχρεωτικά να φέρουν εμφανώς την ένδειξη της αποψυγμένης κατάστασής τους τόσο στην ενδεικτική πινακίδα πώλησης όσο και στις ενδείξεις επί της συσκευασίας τους, ώστε να ενημερώνεται ο καταναλωτής.
Για τα νωπά ως καταναλωτές πρέπει να προσέχουν:
- Την οσμή η οποία πρέπει να είναι η οσμή της θάλασσας και όχι δυσάρεστη ή οσμή αμμωνίας ή οποιαδήποτε άλλη οσμή, ξένη προς το προϊόν.
- Την επιφάνεια του σώματος να είναι υγρή και γυαλιστερή.
- Τα πλοκάμια και οι βεντούζες να αντέχουν σε ελαφρύ τράβηγμα και να μην αποκολλώνται εύκολα.
- Τη σάρκα να είναι συμπαγής, ελαστική και γυαλιστερή.
- Τα μάτια να είναι γυαλιστερά, ζωηρά χωρίς κηλίδες.
Για τα κατεψυγμένα οι καταναλωτές πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτά πωλούνται συσκευασμένα χωρίς παραμορφώσεις του περιεχομένου και συνήθως με στρώμα πάγου επάνω τους (επίπαγος). Όταν γίνεται η απόψυξη, το περιεχόμενο πρέπει να φέρει το χρώμα και την οσμή των νωπών.
Δίθυρα Οστρακοειδή (π.χ. μύδια, κυδώνια, γυαλιστερές, στρείδια, αχιβάδες, χτένια)
Εφόσον πωλούνται με κέλυφος, θα πρέπει να είναι ζωντανά και αυτό φαίνεται από:
- Τα κελύφη τα οποία πρέπει να είναι κλειστά και να ανοίγουν πολύ δύσκολα ή, αν είναι μερικώς ανοιχτά, με την ελάχιστη πίεση πάνω στο κέλυφός τους να κλείνουν μόνα τους ερμητικά.
- Το περιεχόμενο που πρέπει να είναι υγρό, καθαρό και άοσμο.
- Τη σάρκα που πρέπει να είναι υγρή, γερά προσκολλημένη στο κέλυφος (με τσίμπημα καρφίτσας ή με λίγες σταγόνες λεμονιού να προκαλείται συστολή του σώματος).
Όσον αφορά τα αποφλοιωμένα μύδια που πωλούνται πάνω σε πάγο, θα πρέπει η σάρκα τους να είναι γυαλιστερή, συνεκτική και να έχει μυρωδιά θάλασσας.
Τα μύδια πωλούνται, επίσης και κατεψυγμένα με ένα κέλυφος ή χωρίς κελύφη. Τα αποκελυφωμένα συσκευάζονται μέσα σε πλαστικές σακούλες, με μία ποσότητα πόσιμου νερού. Επάνω στη συσκευασία πρέπει να υπάρχει το σήμα αναγνώρισης της εγκατάστασης.
Μαλακόστρακα (π.χ. γαρίδες, καραβίδες, αστακοί, καβούρια)
Υπάρχουν στην αγορά είτε ως νωπά ή είτε ως κατεψυγμένα είτε ως αποψυγμένα.
Για τα νωπά πρέπει:
- Η οσμή να είναι ευχάριστη (σαν την οσμή της θάλασσας).
- Τα πόδια τους να είναι στερεά κολλημένα στο σώμα και σκληρά.
- Η μεμβράνη του θώρακα να είναι τεντωμένη, ανθεκτική και διαφανής.
- Το κεφάλι και ο θώρακας να είναι ανοιχτόχρωμα, όχι μελανού χρώματος και να μην έχουν μαύρες κηλίδες.
- Να έχουν αντανακλαστικές κινήσεις στα μάτια, στις κεραίες και στα πόδια, όταν είναι ζωντανά.
Γενικά, οι καταναλωτές πρέπει να γνωρίζουν ότι οι φρέσκες γαρίδες γλιστρούν εύκολα από το χέρι και δεν παρουσιάζουν δυσάρεστη οσμή.
Αχινοί
Οι αχινοί πρέπει κατά την αγορά τους να είναι ζωντανοί, γεγονός που φαίνεται από την κίνηση των αγκαθιών τους.
Όταν επιλέγουν κονσέρβες ιχθυηρών που διατηρούνται στο ψυγείο ή εκτός ψυγείου, οι καταναλωτές θα πρέπει να προσέχουν να μην είναι διογκωμένες, να μην παρουσιάζουν εξωτερική σκουριά, να μην υπάρχει διαρροή του υγρού περιεχομένου. Επίσης, είναι προς όφελος των καταναλωτών να διαβάζουν προσεκτικά τις ενδείξεις στη συσκευασία, ιδιαίτερα την ημερομηνία λήξης και να παρατηρούν, εάν υπάρχει η επωνυμία του παρασκευαστή και ο αριθμός έγκρισης Ε.Ε. της επιχείρησης.
Θα πρέπει, επίσης, να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο κανονικό χρώμα του περιεχομένου της τυποποιημένης συσκευασίας ή της κονσέρβας και, μετά το άνοιγμα, στο κανονικό χρώμα των εσωτερικών τοιχωμάτων της κονσέρβας και στη μυρωδιά του περιεχομένου.
Άλλα σαρακοστιανά εδέσματα
Ο ταραμάς πρέπει να έχει χρώμα ομοιόμορφο, σύσταση μαλθακή και όχι πικρή ή όξινη γεύση.
Πιθανή αλλοίωση στον ταραμά διαπιστώνεται από την εμφάνιση μούχλας, την ξηρότητα ή την τάγγιση.
Το τουρσί θα πρέπει να καταναλώνεται με φειδώ από άτομα με ευαισθησία στο στομάχι.
Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να επιδεικνύουν οι καταναλωτές που πάσχουν από αλλεργίες στην επισήμανση του χαλβά, προκειμένου να μην καταναλώσουν χαλβά που περιέχει αλλεργιογόνα συστατικά.
Τέλος, ο ΕΦΕΤ υπενθυμίζει την ειδική γραμμή επικοινωνίας, 11717, η οποία είναι στη διάθεση όλων των καταναλωτών, όπου μπορούν να αναφέρουν ή να καταγγείλουν οποιαδήποτε μη συμμόρφωση–παράβαση της νομοθεσίας υποπέσει στην αντίληψή τους.
Στην απομόνωση.
Τους έσπρωξαν μέσα με δύναμη. Έπεσαν κι οι δύο σαν τα σακιά στο πάτωμα.
Η πόρτα…η αμπάρα…οι φωνές…τα βήματα… κι έπειτα ησυχία.
Ο π. Αρσένιος και ο Αλέξιος έμεναν μόνοι στο σκοτάδι. Το λιγοστό φεγγαρόφωτο, που έμπαινε μέσ’ από το στενό παραθυράκι με τα σιδερένια κάγκελα, μόλις που τους επέτρεπε να διακρίνουν τις σιλουέτες τους.
Ο π. Αρσένιος σηκώθηκε αργά.
-Να, λοιπόν , Αλέξιε, που ο Κύριος μας έφερε εδώ, να μείνουμε μόνοι , οι δυο μας… Κάνει κρύο…Κρύο, Αλέξιε!
-Θα παγώσουμε, π. Αρσένιε! Θα παγώσουμε! Μας περιμένει ο θάνατος! Πρέπει να πηδάμε, να πηδάμε συνέχεια. Αλλά δεν έχω δυνάμεις…Και είναι τόσο στενά εδώ…Μας περιμένει ο θάνατος…Δεν είναι άνθρωποι αυτοί, π. Αρσένιε! Οι άνθρωποι δεν κάνουν τέτοια πράγματα…Καλύτερα είναι ο τουφεκισμός!
Ο π. Αρσένος σώπαινε.
-Γιατί δεν μιλάτε; Γιατί , π. Αρσένιε;
Ο Αλέξιος σχεδόν φώναζε. Η απάντηση ακούστηκε σαν να ερχόταν από μακριά , πολύ μακριά.
-Προσεύχομαι Αλέξιε!
-Μα για ποιο πράγμα να προσευχηθούμε εδώ μέσα, όταν πια παγώνουμε;’
-Είμαστε μόνοι. Για σαράντα οχτώ ώρες δεν θα μας ενοχλήσει κανείς. Θα προσευχηθούμε, λοιπόν , Αλιόσα! Θα μπορέσουμε να μιλήσουμε στον Κύριο ελεύθερα, απερίσπαστα, φωναχτά-για πρώτη και ίσως μοναδική φορά μέσα σε τούτο το στρατόπεδο. Ας μη χάσουμε την ευκαιρία! Ας προσευχηθούμε…και έχει ο Θεός…
Ο π. Αρσένιος είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του – αυτή ήταν η μοναδική εξήγηση που μπορούσε να δώσει ο Αλέξιος. Τον έβλεπε μέσα στο αμυδρό φώς του φεγγαριού, που εισχωρούσε από το παραθυράκι, να στέκεται όρθιος, να σταυροκοπιέται ακατάπαυστα και κάτι να ψιθυρίζει.
Το μόνο που απασχολούσε τον Αλέξιο ήταν ότι πάγωνε. Πάγωνε!... Τα χέρια και τα πόδια του είχαν κιόλας ξυλιάσει. Δεν τα ένιωθε. Δύναμη για να κινηθεί δεν είχε καμιά. Το καταλάβαινε, σιγοπαίθενε. Όλα πια του ήταν αδιάφορα…
Ξάφνου άκουσε ολοκάθαρα τα λόγια της προσευχής που έλεγε, δυνατά τώρα, ο π. Αρσένιος. Κάτι σκίρτησε μέσα του. Στην εκκλησία είχε πάει μόνο μια φορά στη ζωή του, κι αυτή από περιέργεια. Η γιαγιά του, πάντως , τον είχε βαπτίσει. Η οικογένεια του ήταν έθεη, ή μάλλον εντελώς αδιάφορη για θρησκευτικά ζητήματα. Ο ίδιος ήταν κομσομόλος. Τι σχέση μπορούσε να έχει με την πίστη;
Μέσα στους πόνους και το μάργωμα, μέσα στον τρόμο από το φρικιαστικό άγγιγμα του θανάτου, ο Αλέξιος αφουγκραζόταν…
-…Κύριε και Θεέ μου! Ελέησέ μας, τους αμαρτωλούς! Πανάγαθε και πολυέλεε Ιησού! Η άπειρη αγάπη Σου για μας Σε κατέβασε από τους ουρανούς. Ήρθες στη γη και σαρκώθηκες για να μας σώσεις. Λύτρωσέ μας και τώρα , κατά το μέγα έλεός Σου, από τον σκληρό τούτο θάνατο. Βοήθησέ μας, Εσύ, που είσαι ο Πλάστης και Ευεργέτης και Σωτήρας μας…
Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του π. Αρσένιου ήταν ποτισμένη με την αγάπη, την ελπίδα και την ασάλευτη πίστη στο Θεό.
Στην αρχή ο Αλέξιος δεν μπορούσε να κατανοήσει όλα όσα άκουγε. Οι έννοιες της προσευχής του ήταν άγνωστες, και γι’ αυτό τώρα τις έβρισκε παράξενες, δυσνόητες. Μα όσο περνούσε η ώρα, όσο το σώμα του πάγωνε, τόσο καλύτερα καταλάβαινε τη σημασία των λέξεων και των φράσεων. Στην ψυχή του απλώθηκε μια γλυκειά γαλήνη. Ο φόβος εξαφανίστηκε. Η καρδιά του ακολουθούσε σαν μαγνητισμένη τα λόγια της προσευχή του π .Αρσένιου, ακόμα κι εκείνα που δεν πολυκαταλάβαινε.
-…Κύριε Ιησού Χριστέ! Εσύ , με τα πανάχραντα χείλη Σου, μας βεβαίωσες: «Εάν δύο υμών συμφωνήσουν επί της γής περί παντός πράγματος ού εάν αιτήσωνται, ( Μάτθ. 18:19-20)
Ο Αλέξιος επαναλάμβανε τις λέξεις:
-«… γενήσεται αυτοίς παρά του πατρός μου του εν ουρανοίς∙ ου γάρ εισί δύο ή τρείς συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»
Ολόκληρο το σώμα του είχε πια παγώσει. Κι έξαφνα, μέσα σε μια στιγμή, μέσα σε μια μονάχα στιγμή τα πάντα άλλαξαν. Το σκοτάδι, το κρύο, το μούδιασμα, οι πόνοι, ο φόβος, όλα εξαφανίστηκαν. Το χώρο γέμιζε η φωνή του π.Αρσενίου.
-«…εκεί ειμί εν μέσω αυτών»
Ποιος άλλος θα μπορούσε να είν’ εκεί, ανάμεσά τους; Ποιος;…
Ο Αλέξιος στράφηκε στον π. Αρσένιο. Και δεν πίστευε στα μάτια του. Τι ήταν εκείνο που έβλεπε;
‘’Μου σάλεψε έχω παραισθήσεις! Ήρθε το τέλος. Πεθαίνω…’’ συλλογίστηκε.
Το κρατητήριο είχε γίνει ευρύχωρο και φωτεινό, πολύ φωτεινό, σαν εκκλησία. Ο π. Αρσένιος ήταν ντυμένος με μια λαμπρή ιερατική στολή και προσευχόταν μεγαλόφωνα με τα χέρια υψωμένα. Τα λόγια του ήταν τώρα απόλυτα κατανοητά και οικεία στον Αλέξιο. Εισχωρούσαν μέσα στην ψυχή του κι έδιωχναν την αγωνία και τη θλίψη.
Αλλά να, πράγματι, κάποιος ήταν εκεί, δίπλα τους. Δεν τον έβλεπε, ένιωθε όμως ολοκάθαρα την παρουσία του.
Και οι άλλοι δύο πάλι, οι φωτόμοφροι νεαροί με τις αστραφτερές φορεσιές, που στέκονταν στα δεξιά και στ’ αριστερά του π. Αρσενίου, από πού ξεπρόβαλαν;…
Η προσευχή συνεπήρε τον Αλέξιο, πλημμύρισε όλη του την ύπαρξη. Σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα στον π. Αρσένιο. Το κορμί του ζεστάθηκε. Η ανάσα του έγινε ελαφριά. Ένα αίσθημα χαράς φτέρωνε την καρδιά του.
Προσευχόταν ο π. Αρσένος. Προσευχόταν κι ο Αλέξιος μαζί του, με την αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Ναι, ο Θεός ήταν εκεί, μαζί τους, ζωντανός! Τον έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του, όπως έβλεπε κι εκείνους τους δύο απεσταλμένους Του, που τους συμπαραστέκονταν.
Μία δυο φορές του ήρθε η σκέψη , ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο π.Αρσένιος είχαν ήδη πεθάνει- ή ότι πέθαιναν και βρίσκονται σε παραλήρημα. Όλα όμως του έδειχναν ότι ζούσε μια πραγματικότητα.
Πόση ώρα πέρασε έτσι δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Σε μια στιγμή, πάντως ο π. Αρσένιος στράφηκε και του είπε:
-Πήγανε , Αλιόσα! Κουράστηκες, πήγαινε να ξαπλώσεις. Εγώ θα προσεύχομαι κι εσύ θα μ’ ακούς.
Ο Αλέξιος ξάπλωσε στο πάτωμα, έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να προσεύχεται.
«…Περί παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται γεννήσεται αυτοίς παρά του πατρός μου του εν ουρανοίς».
Σαν παναρμόνια μελωδία αντήχησαν μές στην καρδιά του τα θεία λόγια.
«…Συνηγμένοι εις το εμόν όνομα…»
-Ναι ! Ναι! Δεν είμαστε μόνοι!...
Ήταν ήσυχα, ζεστά, ευχάριστα.
Ξάφνου πρόβαλε από κάπου η μητέρα του.
Ήρθε κοντά του και τον σκέπασε στοργικά- έτσι έκανε πάντα, ως τον περασμένο χρόνο, που τον συνέλαβαν. Ύστερα έπιασε απαλά το κεφάλι του με τα δυο της χέρια και το έσφιξε στο στήθος της.
Ήθελε να της πει:
-Μητέρα, ακούς πως προσεύχεται ο π. Αρσένιος; Γνώρισα το Θεό! Πιστεύω!...
Το είπε; Δεν το είπε;…Ωστόσο εκείνη σαν ν’ αποκρίθηκε:
-Αλιόσα, όταν σε πήρανε, βρήκα κι εγώ το Θεό! Εκείνος μου έδωσε το κουράγιο να ζώ!...
Τώρα πια ο Αλιόσα δεν ζητούσε τίποτα από τον Κύριο. Μόνο Τον δόξαζε και Τον ευχαριστούσε.
Πόσο κράτησαν όλα τούτα; Δεν ήξερε. Στην μνήμη του έμειναν μόνο τα λόγια της προσευχής , η γλυκιά θαλπωρή , το άπλετο φώς, ο λαμπροφορεμένος π. Αρσένιος, οι δύο φωτόμορφοι νέοι, το αίσθημα της ανέκφραστης εσωτερικής χαράς και ανακαινιστικής θέρμης…
Ακούστηκαν φωνες. Μετά χτυπήματα. Έβγαζαν την αμπάρα.
Ο Αλέξιος άνοιξε τα μάτια. Ο π. Αρσένιος ακόμα προσευχόταν. Οι δύο νέοι τους ευλόγησαν και εξαφανίστηκαν. Το φως σιγά σιγά μειώθηκε και ο χώρος στένεψε. Να, ξαναβρέθηκαν μέσα στο σκοτεινό και παγωμένο κρατητήριο..
-Σήκω Αλέξιε! Ήρθαν!...
π.Αρσένιος
Ο κατάδικος «ΖΕΚ- 18376»
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Η πόρτα…η αμπάρα…οι φωνές…τα βήματα… κι έπειτα ησυχία.
Ο π. Αρσένιος και ο Αλέξιος έμεναν μόνοι στο σκοτάδι. Το λιγοστό φεγγαρόφωτο, που έμπαινε μέσ’ από το στενό παραθυράκι με τα σιδερένια κάγκελα, μόλις που τους επέτρεπε να διακρίνουν τις σιλουέτες τους.
Ο π. Αρσένιος σηκώθηκε αργά.
-Να, λοιπόν , Αλέξιε, που ο Κύριος μας έφερε εδώ, να μείνουμε μόνοι , οι δυο μας… Κάνει κρύο…Κρύο, Αλέξιε!
-Θα παγώσουμε, π. Αρσένιε! Θα παγώσουμε! Μας περιμένει ο θάνατος! Πρέπει να πηδάμε, να πηδάμε συνέχεια. Αλλά δεν έχω δυνάμεις…Και είναι τόσο στενά εδώ…Μας περιμένει ο θάνατος…Δεν είναι άνθρωποι αυτοί, π. Αρσένιε! Οι άνθρωποι δεν κάνουν τέτοια πράγματα…Καλύτερα είναι ο τουφεκισμός!
Ο π. Αρσένος σώπαινε.
-Γιατί δεν μιλάτε; Γιατί , π. Αρσένιε;
Ο Αλέξιος σχεδόν φώναζε. Η απάντηση ακούστηκε σαν να ερχόταν από μακριά , πολύ μακριά.
-Προσεύχομαι Αλέξιε!
-Μα για ποιο πράγμα να προσευχηθούμε εδώ μέσα, όταν πια παγώνουμε;’
-Είμαστε μόνοι. Για σαράντα οχτώ ώρες δεν θα μας ενοχλήσει κανείς. Θα προσευχηθούμε, λοιπόν , Αλιόσα! Θα μπορέσουμε να μιλήσουμε στον Κύριο ελεύθερα, απερίσπαστα, φωναχτά-για πρώτη και ίσως μοναδική φορά μέσα σε τούτο το στρατόπεδο. Ας μη χάσουμε την ευκαιρία! Ας προσευχηθούμε…και έχει ο Θεός…
Ο π. Αρσένιος είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του – αυτή ήταν η μοναδική εξήγηση που μπορούσε να δώσει ο Αλέξιος. Τον έβλεπε μέσα στο αμυδρό φώς του φεγγαριού, που εισχωρούσε από το παραθυράκι, να στέκεται όρθιος, να σταυροκοπιέται ακατάπαυστα και κάτι να ψιθυρίζει.
Το μόνο που απασχολούσε τον Αλέξιο ήταν ότι πάγωνε. Πάγωνε!... Τα χέρια και τα πόδια του είχαν κιόλας ξυλιάσει. Δεν τα ένιωθε. Δύναμη για να κινηθεί δεν είχε καμιά. Το καταλάβαινε, σιγοπαίθενε. Όλα πια του ήταν αδιάφορα…
Ξάφνου άκουσε ολοκάθαρα τα λόγια της προσευχής που έλεγε, δυνατά τώρα, ο π. Αρσένιος. Κάτι σκίρτησε μέσα του. Στην εκκλησία είχε πάει μόνο μια φορά στη ζωή του, κι αυτή από περιέργεια. Η γιαγιά του, πάντως , τον είχε βαπτίσει. Η οικογένεια του ήταν έθεη, ή μάλλον εντελώς αδιάφορη για θρησκευτικά ζητήματα. Ο ίδιος ήταν κομσομόλος. Τι σχέση μπορούσε να έχει με την πίστη;
Μέσα στους πόνους και το μάργωμα, μέσα στον τρόμο από το φρικιαστικό άγγιγμα του θανάτου, ο Αλέξιος αφουγκραζόταν…
-…Κύριε και Θεέ μου! Ελέησέ μας, τους αμαρτωλούς! Πανάγαθε και πολυέλεε Ιησού! Η άπειρη αγάπη Σου για μας Σε κατέβασε από τους ουρανούς. Ήρθες στη γη και σαρκώθηκες για να μας σώσεις. Λύτρωσέ μας και τώρα , κατά το μέγα έλεός Σου, από τον σκληρό τούτο θάνατο. Βοήθησέ μας, Εσύ, που είσαι ο Πλάστης και Ευεργέτης και Σωτήρας μας…
Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του π. Αρσένιου ήταν ποτισμένη με την αγάπη, την ελπίδα και την ασάλευτη πίστη στο Θεό.
Στην αρχή ο Αλέξιος δεν μπορούσε να κατανοήσει όλα όσα άκουγε. Οι έννοιες της προσευχής του ήταν άγνωστες, και γι’ αυτό τώρα τις έβρισκε παράξενες, δυσνόητες. Μα όσο περνούσε η ώρα, όσο το σώμα του πάγωνε, τόσο καλύτερα καταλάβαινε τη σημασία των λέξεων και των φράσεων. Στην ψυχή του απλώθηκε μια γλυκειά γαλήνη. Ο φόβος εξαφανίστηκε. Η καρδιά του ακολουθούσε σαν μαγνητισμένη τα λόγια της προσευχή του π .Αρσένιου, ακόμα κι εκείνα που δεν πολυκαταλάβαινε.
-…Κύριε Ιησού Χριστέ! Εσύ , με τα πανάχραντα χείλη Σου, μας βεβαίωσες: «Εάν δύο υμών συμφωνήσουν επί της γής περί παντός πράγματος ού εάν αιτήσωνται, ( Μάτθ. 18:19-20)
Ο Αλέξιος επαναλάμβανε τις λέξεις:
-«… γενήσεται αυτοίς παρά του πατρός μου του εν ουρανοίς∙ ου γάρ εισί δύο ή τρείς συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»
Ολόκληρο το σώμα του είχε πια παγώσει. Κι έξαφνα, μέσα σε μια στιγμή, μέσα σε μια μονάχα στιγμή τα πάντα άλλαξαν. Το σκοτάδι, το κρύο, το μούδιασμα, οι πόνοι, ο φόβος, όλα εξαφανίστηκαν. Το χώρο γέμιζε η φωνή του π.Αρσενίου.
-«…εκεί ειμί εν μέσω αυτών»
Ποιος άλλος θα μπορούσε να είν’ εκεί, ανάμεσά τους; Ποιος;…
Ο Αλέξιος στράφηκε στον π. Αρσένιο. Και δεν πίστευε στα μάτια του. Τι ήταν εκείνο που έβλεπε;
‘’Μου σάλεψε έχω παραισθήσεις! Ήρθε το τέλος. Πεθαίνω…’’ συλλογίστηκε.
Το κρατητήριο είχε γίνει ευρύχωρο και φωτεινό, πολύ φωτεινό, σαν εκκλησία. Ο π. Αρσένιος ήταν ντυμένος με μια λαμπρή ιερατική στολή και προσευχόταν μεγαλόφωνα με τα χέρια υψωμένα. Τα λόγια του ήταν τώρα απόλυτα κατανοητά και οικεία στον Αλέξιο. Εισχωρούσαν μέσα στην ψυχή του κι έδιωχναν την αγωνία και τη θλίψη.
Αλλά να, πράγματι, κάποιος ήταν εκεί, δίπλα τους. Δεν τον έβλεπε, ένιωθε όμως ολοκάθαρα την παρουσία του.
Και οι άλλοι δύο πάλι, οι φωτόμοφροι νεαροί με τις αστραφτερές φορεσιές, που στέκονταν στα δεξιά και στ’ αριστερά του π. Αρσενίου, από πού ξεπρόβαλαν;…
Η προσευχή συνεπήρε τον Αλέξιο, πλημμύρισε όλη του την ύπαρξη. Σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα στον π. Αρσένιο. Το κορμί του ζεστάθηκε. Η ανάσα του έγινε ελαφριά. Ένα αίσθημα χαράς φτέρωνε την καρδιά του.
Προσευχόταν ο π. Αρσένος. Προσευχόταν κι ο Αλέξιος μαζί του, με την αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Ναι, ο Θεός ήταν εκεί, μαζί τους, ζωντανός! Τον έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του, όπως έβλεπε κι εκείνους τους δύο απεσταλμένους Του, που τους συμπαραστέκονταν.
Μία δυο φορές του ήρθε η σκέψη , ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο π.Αρσένιος είχαν ήδη πεθάνει- ή ότι πέθαιναν και βρίσκονται σε παραλήρημα. Όλα όμως του έδειχναν ότι ζούσε μια πραγματικότητα.
Πόση ώρα πέρασε έτσι δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Σε μια στιγμή, πάντως ο π. Αρσένιος στράφηκε και του είπε:
-Πήγανε , Αλιόσα! Κουράστηκες, πήγαινε να ξαπλώσεις. Εγώ θα προσεύχομαι κι εσύ θα μ’ ακούς.
Ο Αλέξιος ξάπλωσε στο πάτωμα, έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να προσεύχεται.
«…Περί παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται γεννήσεται αυτοίς παρά του πατρός μου του εν ουρανοίς».
Σαν παναρμόνια μελωδία αντήχησαν μές στην καρδιά του τα θεία λόγια.
«…Συνηγμένοι εις το εμόν όνομα…»
-Ναι ! Ναι! Δεν είμαστε μόνοι!...
Ήταν ήσυχα, ζεστά, ευχάριστα.
Ξάφνου πρόβαλε από κάπου η μητέρα του.
Ήρθε κοντά του και τον σκέπασε στοργικά- έτσι έκανε πάντα, ως τον περασμένο χρόνο, που τον συνέλαβαν. Ύστερα έπιασε απαλά το κεφάλι του με τα δυο της χέρια και το έσφιξε στο στήθος της.
Ήθελε να της πει:
-Μητέρα, ακούς πως προσεύχεται ο π. Αρσένιος; Γνώρισα το Θεό! Πιστεύω!...
Το είπε; Δεν το είπε;…Ωστόσο εκείνη σαν ν’ αποκρίθηκε:
-Αλιόσα, όταν σε πήρανε, βρήκα κι εγώ το Θεό! Εκείνος μου έδωσε το κουράγιο να ζώ!...
Τώρα πια ο Αλιόσα δεν ζητούσε τίποτα από τον Κύριο. Μόνο Τον δόξαζε και Τον ευχαριστούσε.
Πόσο κράτησαν όλα τούτα; Δεν ήξερε. Στην μνήμη του έμειναν μόνο τα λόγια της προσευχής , η γλυκιά θαλπωρή , το άπλετο φώς, ο λαμπροφορεμένος π. Αρσένιος, οι δύο φωτόμορφοι νέοι, το αίσθημα της ανέκφραστης εσωτερικής χαράς και ανακαινιστικής θέρμης…
Ακούστηκαν φωνες. Μετά χτυπήματα. Έβγαζαν την αμπάρα.
Ο Αλέξιος άνοιξε τα μάτια. Ο π. Αρσένιος ακόμα προσευχόταν. Οι δύο νέοι τους ευλόγησαν και εξαφανίστηκαν. Το φως σιγά σιγά μειώθηκε και ο χώρος στένεψε. Να, ξαναβρέθηκαν μέσα στο σκοτεινό και παγωμένο κρατητήριο..
-Σήκω Αλέξιε! Ήρθαν!...
π.Αρσένιος
Ο κατάδικος «ΖΕΚ- 18376»
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














































































































































